Η επόμενη ημέρα γράφτηκε με στάχτη
Χθες η Αργολίδα δεν καιγόταν μόνο από τις φλόγες. Καιγόταν από την αγωνία, τον φόβο, την απελπισία και από εκείνο το βασανιστικό ερώτημα που αιωρείται κάθε καλοκαίρι πάνω από τον ουρανό της Ελλάδας: Γιατί;
Γιατί να βλέπεις έναν τόπο που μεγάλωσε γενιές ανθρώπων να μετατρέπεται μέσα σε λίγες ώρες σε μια απέραντη έκταση από στάχτη; Γιατί να ακούς τις σειρήνες να σκίζουν τη σιωπή και να εύχεσαι κάθε φορά να μη χτυπήσει το τηλέφωνο με ακόμη πιο άσχημα νέα;
Η χθεσινή ημέρα θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη των κατοίκων των Φιχτίων, του Μπόρσα και της ευρύτερης περιοχής. Ο ουρανός σκοτείνιασε από τους καπνούς, ο αέρας γέμισε αποκαΐδια και οι φλόγες προχωρούσαν ασταμάτητα, καταπίνοντας ελαιώνες, καλλιέργειες, περιουσίες, κόπους μιας ολόκληρης ζωής.
Κάποιοι έφυγαν από τα σπίτια τους κρατώντας μόνο τα κλειδιά και τα απαραίτητα. Άλλοι έμειναν μέχρι την τελευταία στιγμή, κοιτάζοντας τις φλόγες να πλησιάζουν, προσπαθώντας με λάστιχα και κουβάδες να σώσουν ό,τι μπορούσε ακόμη να σωθεί. Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη. Μόνο για ελπίδα.
Και μέσα σε αυτή την πύρινη κόλαση, πυροσβέστες, εθελοντές, αστυνομικοί, διασώστες, χειριστές εναέριων μέσων και δεκάδες εργαζόμενοι έδωσαν μια μάχη που δεν περιγράφεται εύκολα με λέξεις. Μια μάχη απέναντι σε έναν αντίπαλο που άλλαζε κατεύθυνση με κάθε ριπή του ανέμου και απειλούσε να καταπιεί τα πάντα.
Όμως η πιο βαριά στιγμή δεν ήταν μόνο η εικόνα της καταστροφής.
Ήταν το σοβαρό εργατικό ατύχημα που σημειώθηκε κατά τις εργασίες αποκατάστασης του ηλεκτρικού δικτύου. Ένας εργαζόμενος, που βρέθηκε εκεί για να βοηθήσει, τραυματίστηκε κάτω από συνθήκες που υπενθυμίζουν πόσο επικίνδυνη είναι κάθε επιχείρηση μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά. Ακόμη και όταν οι φλόγες σβήνουν, ο κίνδυνος παραμένει.
Σήμερα, η φωτιά μπορεί να μην καίει με την ίδια ένταση. Όμως η καταστροφή είναι παντού. Στα μαυρισμένα δέντρα. Στα χωράφια που μέχρι χθες έδιναν ζωή. Στα πρόσωπα των ανθρώπων που περπατούν ανάμεσα στις στάχτες, ψάχνοντας να βρουν κάτι όρθιο. Ένα δέντρο. Ένα εργαλείο. Μια ανάμνηση που δεν έγινε στάχτη.
Και ξανά το ίδιο ερώτημα.
Γιατί;
Γιατί κάθε καλοκαίρι η ίδια ιστορία γράφεται από την αρχή; Γιατί οι εικόνες της καταστροφής αλλάζουν μόνο τόπο και ημερομηνία; Γιατί οι υποσχέσεις ακολουθούν πάντα την καταστροφή και ποτέ δεν προλαβαίνουν να τη σταματήσουν;
Η φύση χρειάζεται χρόνια για να ξαναγεννηθεί. Ένα ελαιόδεντρο δεν μεγαλώνει σε μια νύχτα. Ένα δάσος δεν επιστρέφει με μια εξαγγελία. Και ο κόπος μιας ζωής δεν αποτιμάται μόνο σε ευρώ.
Η Αργολίδα θα πρασινίσει ξανά. Η γη έχει μάθει να παλεύει. Οι άνθρωποί της ακόμη περισσότερο. Θα φυτέψουν νέα δέντρα, θα ξαναχτίσουν όσα χάθηκαν και θα συνεχίσουν να ζουν στον τόπο τους, όπως έκαναν πάντα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να συνηθίσουμε την καταστροφή.
Δεν πρέπει να θεωρήσουμε φυσιολογικό να αντικρίζουμε κάθε χρόνο βουνά να καπνίζουν, χωριά να εκκενώνονται, οικογένειες να μετρούν τις πληγές τους και ανθρώπους να κινδυνεύουν ή να τραυματίζονται την ώρα του καθήκοντος.
Γιατί πίσω από κάθε καμένη έκταση δεν υπάρχουν μόνο αριθμοί.
Υπάρχουν ζωές.
Υπάρχουν όνειρα.
Υπάρχουν αναμνήσεις.
Υπάρχει ο μόχθος μιας ολόκληρης ζωής.
Υπάρχει η ελπίδα ότι ο τόπος θα ξανασταθεί στα πόδια του.
Και πάνω από όλα, υπάρχει ένα τεράστιο «Γιατί», που εξακολουθεί να μένει αναπάντητο.