Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά – Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δ. Μελετόπουλος

Γράφει ο Γιώργος Γιαννούσης, οικονομολόγος, πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού

(Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού)

Όταν ο Βασιλιάς Όθωνας, αποφάσισε το 1834 να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ελλάδος από το Ναύπλιο στην Αθήνα, που ήταν τότε μια σχεδόν έρημη και κατεστραμμένη από τους Τούρκους κωμόπολη, ο Πειραιάς ήταν ένας έρημος τόπος που δεν είχε ούτε καν ένα χωματόδρομο που να τον ενώνει με την Αθήνα.
Ο πατέρας του Όθωνα, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος ο Α’, ήταν λάτρης της ιστορίας των αρχαίων Αθηνών και δική του επιλογή ήταν η Αθήνα να γίνει πρωτεύουσα του νέου κράτους και επίνειο της να γίνει ο Πειραιάς. Έτσι μαζί με την ανοικοδόμηση της Αθήνας, άρχισε να δημιουργείται και ο νέος Πειραιάς.
Το 1834 ιδρύεται ένα υποτυπώδες τελωνείο και ένα υπολιμεναρχείο που υπάγεται στο λιμεναρχείο της Ύδρας. Πρώτος λιμενάρχης τοποθετήθηκε ο Γάλλος Μπατίν, μέχρι τότε λιμενάρχης Ναυπλίου.

Κυριάκος Σερφιώτης

Ας σημειωθεί πως το 1835 ο Πειραιάς έχει 300 κατοίκους. Το 1836, ένα χρόνο μετά, γίνεται Δήμος και επίσημα ονομάζεται και πάλι Πειραιάς, από Πόρτο – Λεόνε που λεγόταν μέχρι τότε. Δυο επιπλέον στοιχεία για την αρχική κατάσταση του Πειραιά: α) Γίνεται η πρώτη επίσημη απογραφή και έχει 1011 κατοίκους, β) Πρώτος Δήμαρχος της γίνεται ο Κυριάκος Σερφιώτης.
Το 1836 κατασκευάζεται η οδός Αθηνών – Πειραιώς, που ενώνει τη νέα πρωτεύουσα με το λιμάνι της και αρχίζουν να γίνονται τα αναγκαία έργα υποδομής σε οικόπεδα που οι πρώτοι οικιστές του Πειραιά πωλούν η δωρίζουν στο δημόσιο. Ο Πειραιάς αποκτά το πρώτο του σχολείο, νοσοκομείο, δημόσια κτήρια, όπως το λοιμοκαθαρτήριο, εκκλησίες, αποθήκες κ.α. κύρια με δωρεές ευεργετών. Φυσικά κατασκευάζονται νέες οικίες και καταστήματα, που θα μετατρέψουν τον έρημο τόπο σε μια νέα πόλη, μ’ ένα λιμάνι που η κίνηση του συνεχώς μεγαλώνει.
Οι πρώτοι οικιστές που δημιούργησαν το νέο Πειραιά ήταν κυρίως νησιώτες: Υδραίοι, Αιγινείτες, Κουλουριώτες (Σαλαμίνα), Κρητικοί και από την Πελοπόννησο, οι Μανιάτες και οι Αργείτες.
Από τους πρώτους και σπουδαιότερους οικιστές ήταν οι Αργείοι, Αφοί Γεώργιος και Σωτήριος Θεοδώρου Ρετσίνας ή Ρετσινόπουλος και ο Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος.

Ο νεογέννητος Πειραιάς σε μια λιθογραφία που τυπώθηκε στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 1857. Η αγαπημένη θέση των περιηγητών ήταν ο λόφος με τις αρχαίες πέτρες της Ηετιώνειας. Απέναντί τους είχαν τον πρώτο πυρήνα της πόλης και στο βάθος, στα βόρεια, το «Χωρίον Μελετοπούλου, τον Ελαιώνα και τους λόφους της Αθήνας με δεσπόζουσα την Ακρόπολη. Ψηφιακή συλλογή Γιώργου Βεράνη. Δημοσιεύεται στο: Νίκος Μπελαβίλας, «Ιστορία της πόλης του Πειραιά, 19ος και 20ός αιώνας», εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα
Ο πατέρας τους Θεόδωρος Ρετσίνας ή Ρετσινόπουλος ήταν Αργείος έμπορος και ποτοποιός. Κατά την εισβολή του Μουσταφάμπεη ή Κεχαγιάμπεη στο Άργος, έπεσε μαχόμενος στις 25 Απριλίου του 1821 επικεφαλής 50 Αργείων πολεμιστών μαζί με τον πρωτότοκο γιο της Μπουμπουλίνας Γιάννη Γιάννουσα, εκεί που είναι σήμερα η γέφυρα του Ξεριά (Χάραδρος) στην είσοδο της πόλης.
Ο ένας του γιος ο Σωτήρης συνέχισε τον αγώνα του πατέρα του και έλαβε μέρος σε αρκετές μάχες υπό τις διαταγές των Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Αποστ. Κολοκοτρώνη και Δημ. Τσώκρη. Ως ήρωας του αγώνα ο Θεόδωρος Ρετσίνας τιμήθηκε από την ελεύθερη Ελλάδα καταταγόμενος ως αξιωματικός Ζ’ τάξης.[1]
Τα παιδιά του Θεόδωρου Ρετσίνα βρίσκονται στις αρχές του 1830 στον ερημότοπο που ήταν τότε ο Πειραιάς, αποκτούν, άγνωστο πως, δική τους γη και γίνονται πρωτο-πόροι στη δημιουργία του νέου Πειραιά.
Ο Γεώργιος Θεοδώρου Ρετσίνας δραστηριοποιήθηκε στην κλωστοϋφαντουργία. Αποκτά έξι παιδιά, τρία αγόρια, τον Θεόδωρο, τον Αλέξανδρο και τον Δημήτριο, και τρία κορίτσια. Την Κλεοπάτρα [συζ. Δημοσθ. Χατζηλαζάρου], την Ελένη [συζ. Ευστ. Κεχαγιά] και την Έλλη [ συζ. Ζαλοκώστα].
Ο πρώτος του γιος ο Θεόδωρος (1836-1930) αποτέλεσε μια μοναδική πολιτική και επιχειρηματική φυσιογνωμία όχι μόνο του Πειραιά αλλά ολόκληρης της χώρας. Υπήρξε από τους λίγους επιχειρηματίες – βιομηχάνους της εποχής του που ενώ δεν ανήκε σε πολιτικά τζάκια, γίνεται Δήμαρχος Πειραιά, Βουλευτής του και Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων.

Θεόδωρος Ρετσίνας

Πρώτα δημιούργησε μια πανίσχυρη οικονομική και κοινωνική παρουσία στην κοινωνία του Πειραιά. Αποκτά συγγενικούς δεσμούς με ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της πόλης, με τους γάμους της αδελφής του Κλεοπάτρας με τον κτηματία και τραπεζίτη Δημοσθένη Χατζηλαζάρου, του αδελφού του Αλέξανδρου, με την κόρη, του εξ Άργους μεγαλοκτηματία και πρώτου τραπεζίτη στον Πειραιά Νικολάου Μελετόπουλου, Ελισάβετ, και ο ίδιος παντρεύεται την κόρη του μεγαλέμπορου Ζωντανού και παίρνει μια τεράστια προίκα.
Από το 1866-1870 και 1874-1879 ασχολείται με τα προβλήματα του Πειραιά και εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος της πόλης. Στην οικογενειακή κλωστοϋφαντουργική επιχείρηση γίνεται κύριος μέτοχος εξαγοράζοντας τα μερίδια των αδελφών του και κατάφερε το 1872, στα 36 του χρόνια, να φτιάξει στην οδό Κήπων στη συνοικία Λεύκα στον Πειραιά, ένα πρότυπο με καθετοποιημένη παραγωγή υφαντουργείο-νηματουργείο, στο οποίο εργάζονταν 160 άνδρες και 340 γυναίκες κυρίως νεαρά κορίτσια, και λίγο αργότερα βαφείο-λευκαντήριο και παρήγαγε βαμβακερά και χρωματιστά υφάσματα, που ήταν περιζήτητα, γιατί είχαν και ποιότητα και προσιτή τιμή.

Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα

Η άνοδός του ήταν ραγδαία. Οι ανταγωνιστές του σχεδόν όλοι χρεοκόπησαν. Από το 1888 έως το 1891 εξαγόρασε τα πέντε εργοστάσια που υπήρχαν στον Πειραιά. Το πρώτο στη γέφυρα της Ιπποδαμείας, το δεύτερο στην οδό Ασκληπιού, το τρίτο στην οδό Αγίου Διονυσίου, το τέταρτο στην οδό Τζαβέλα κοντά στο Νέο Φάληρο και το πέμπτο στη Λεύκα, και έφτασε να απασχολεί στα έξι εργοστάσια 2.000 εργαζόμενους, κυρίως γυναίκες, δηλ. το 72 % του συνολικού εργατικού δυναμικού του κλάδου της εποχής εκείνης. Κατηγορήθηκε ότι εκμεταλλεύτηκε τους εργαζόμενους χρησιμοποιώντας φθηνά εργατικά χέρια, κυρίως νεαρών κοριτσιών και προσφύγων, ενώ το 1892 στα εργοστάσια του εκδηλώθηκε η πρώτη απεργία εργατριών στην Ελλάδα.
Ως οπαδός του Τρικούπη, ο Θεόδωρος Ρετσίνας εκλέγεται το 1887 έως το 1892 Δήμαρχος στον Δεληγιαννικό Πειραιά. Είναι ο δήμαρχος των έργων, που αναμορφώνουν την πόλη.
Το 1888 ιδρύει τον αθλητικό σύλλογο «Όμιλος Ερετών» με εγκαταστάσεις στο Πασαλιμάνι. Εξωραΐζει την πόλη φτιάχνοντας νέους δρόμους, κάνει δενδροφυτεύσεις και τον Τιτάνειο Κήπο, προσπαθεί να λύσει το χρόνιο πρόβλημα του πόσιμου νερού, κτίζει νέα δημόσια κτήρια και χώρους αναψυχής και κατασκευάζει το κόσμημα του Πειραιά, το Δημοτικό Θέατρο, που είναι στην εποχή του το μεγαλύτερο θέατρο στην Ελλάδα. Έτσι ο Πειραιάς από «Μάντσεστερ της Ανατολής» μετατρέπεται σε «μικρό Παρίσι» όπως είπανε τότε.
Τα 1899 εκλέγεται βουλευτής με το κόμμα του Χαρ. Τρικούπη και γίνεται Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων. Πέντε χρόνια μετά την ίδρυση του συλλόγου «Ο Δαναός» στο Άργος, το 1900, βλέπει με χαρά τον γιό του να εκλέγεται Πρόεδρος του συλλόγου ο «Δαναός» που ίδρυσαν στον Πειραιά, Πειραιώτες με καταγωγή από το Άργος. Απεβίωσε το 1930 σε ηλικία 94 ετών.

Πειραιάς. Η σημερινή Λεωφόρος Γεωργίου Α’ από τη διασταύρωση με την τότε Σωκράτους, σημερινή Ηρώων Πολυτεχνείου. Στο άκρο δεξιά το Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς, που είχε εγκαινιαστεί μόλις το 1895. Στο βάθος αριστερά το «Ρολόι», το παλιό Δημαρχείο του Πειραιά…

Πειραιάς. Το λιμάνι πλήρες εμπορικών και πολεμικών ιστιοφόρων κατά την αναχώρηση του πρίγκιπα της Ουαλίας με το HMS Serapis τον Νοέμβριο του 1875, από δημοσίευμα του περιοδικού The Illustrated London News. Δημοσιεύεται στο: Νίκος Μπελαβίλας, «Ιστορία της πόλης του Πειραιά, 19ος και 20ός αιώνας», εκ-δόσεις Αλεξάνδρεια

Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος (1814-1878)
Ο Νικόλαος Δημ. Μελετόπουλος[2] ήταν από τους πρώτους οικιστές του Πειραιά και ίσως ο μεγαλύτερος κτηματίας της εποχής του. Ήταν γεννημένος το 1814 στο Άργος. Παντρεύτηκε την κόρη του Αργείτη συμπατριώτη του Αναστάση Μπόνη, Μαριάννα, που γεννήθηκε στο Άργος το 1825. Υπήρξε από τους πλέον σημαντικούς οικονομικούς παράγοντες που δημιούργησαν το νέο Πειραιά.
Το 1844 είναι ο ιδρυτής της πρώτης τράπεζας της πόλης. Η κτηματική του περιουσία ήταν τεράστια. Το 1840 σε οικόπεδα που πούλησε, και βρισκόντουσαν στην δεξιά πλευρά του σιδηροδρομικού σταθμού Πελοποννήσου στον Πειραιά, κτίσθηκε το «χωριό του Μελετόπουλου» και δημιουργήθηκαν συνοικίες με διάφορες ονομασίες, όπως «Βώκου», «Μανιάτικα», «Καραβάς». Στον Καραβά το 1865 ίδρυσε με δαπάνες του τη σχολή απόρων παίδων «Νικ. Μελετόπουλος». Ο «Μέγας Κήπος του Νικ. Μελετόπουλου» που βρισκόταν μεταξύ των σημερινών οδών στο Πειραιά, Δερβενακίων, Σαλαμίνος, Αρτεμισίου και Παλαμηδίου, έγινε οικόπεδα και όλη η περιοχή ονομάστηκε «Νεάπολη». Κτήματα όμως είχε πολλά και στις περιοχές Άγιο Δημήτριο – Κερατσίνι, Χαραυγή, στην Δραπετσώνα (Κρεμιδαρού) και αλλού. Το Δημόσιο και οι δήμοι, πολλά από αυτά τα κατέλαβαν, με αποτέλεσμα να τα διεκδικούν οι κληρονόμοι του, οι οποίοι για πάρα πολλά χρόνια βρίσκονται σε δικαστικούς αγώνες με τους Δήμους Κερατσινίου και Δραπετσώνας. Την τεράστια αυτή κτηματική του περιουσία δεν μπόρεσα ακόμη να βρω πως και πότε την απέκτησε.
Ο γνωστός και έγκριτος δημοσιογράφος – ερευνητής και εκδότης εφημερίδων στον Πειραιά, Βασίλης Παν. Κουτουζής, που έχει μελετήσει το θέμα και τα γραφτά του για την οικογένεια Μελετόπουλου με βοήθησαν πολύ, δεν μπόρεσε ούτε αυτός να με ενημερώσει επακριβώς, στο πως και πότε, ο Νικόλαος Δημ. Μελετόπουλος βρέθηκε να κατέχει αυτές τις μεγάλες εκτάσεις στον Πειραιά. Εικάζουμε ότι ο Βασιλάς Όθωνας θα παραχώρησε αυτές τις έρημες τότε εκτάσεις – συνηθισμένη την εποχή αυτή πρακτική – για υπηρεσίες που προσέφεραν στην πατρίδα ή στο Βασιλιά, ή θα τις αγόρασε από το κράτος σε τιμές για «γη άνευ αξίας».
Από το 1852-1866 υπήρξε Δημοτικός σύμβουλος και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Δήμου Πειραιά από το 1855 – 1858 και από το 1874 – 1878. Την περίοδο αυτή είναι μαζί του Δημοτικός σύμβουλος ο Θεόδωρος Ρετσίνας, που – όπως είδαμε – ο αδελφός του Αλέξανδρος Ρετσίνας πήρε γυναίκα του την κόρη του Νικολ. Μελετόπουλου, Ελισσάβετ. Έτσι οι δυο εξ Άργους πρώτοι οικιστές και μεγάλοι οικονομικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί παράγοντες του Πειραιά, συνδέονται και με συγγενικούς επιπρόσθετους δεσμούς.
Το 1869 δωρίζει οικόπεδο στο Ν.Α.Τ. για την ανέγερση του Ναυτικού Ασύλου και γίνεται μέλος του Αδελφάτου του Τζάνειου Δημοτικού Νοσοκομείου.
Στο άκρο της Ζέας προς την Φρεατίδα, ήταν το αρχοντικό σπίτι του Νικ. Μελετόπουλου, ένα από τα καλύτερα κτίσματα της εποχής του. Η Βασίλισσα Όλγα το αγόρασε και εκεί έγινε το Ρωσικό Νοσοκομείο, σήμερα γνωστό ως Ναυτικό Νοσοκομείο.

Ρωσικό Νοσοκομείο

Ο Νικ. Μελετόπουλος και η γυναίκα του Μαριάννα απόκτησαν δώδεκα παιδιά, επτά αγόρια (Σωτήριος, Γεώργιος, Δημήτριος, Αναστάσιος, Ιωάννης – Βίκος, Αλέξανδρος και Θεόδωρος) και πέντε κορίτσια (Αικατερίνη, Πολυξένη, Ελένη, Ελισάβετ και Ολυμπία). Απεβίωσε το 1878 σε ηλικία 64 ετών, όταν ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. του Δήμου Πειραιά.
Από τα 12 παιδιά του, αξίζει να σταθούμε στην πορεία του 10ου στη σειρά παιδιού του, του Αλέξανδρου Νικ. Μελετόπουλου (1855-1927), που η επιστημονική, κοινωνική και πολιτική του δράση υπήρξε σπουδαία. Σπούδασε στο Παρίσι Αρχαιολογία και Νομισματική. Η επιστημονική, κοινωνική και πολιτική του δράση υπήρξε μοναδική. Δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο του Πειραιά (1883-1887) και (1912–914) και πολιτικός σύμβουλος του Θεοδ. Ρετσίνα όταν αυτός ήταν Δήμαρχος (1889 -1895).
Η επιστημονική του προσφορά στην μελέτη και έρευνα της τοπικής ιστορίας ήταν τεράστια. Δημιούργησε μια μοναδική, την πληρέστερη στην εποχή του, συλλογή αρχαίων νομισμάτων και τύπωσε τον κατάλογο της το 1884, δωρίζοντας ένα μεγάλο μέρος της στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πειραιά. Ήταν μοναδικός συλλέκτης αρχαίων επιγραφών και σ’ αυτόν οφείλεται η δημοσίευση της συγγραφής των όρων κατασκευής της Σκευοθήκης του Φίλωνος, ένα από τα σημαντικότερα έργα του αρχαίου Πειραιά,[3] που βρίσκεται σήμερα στο επιγραφικό μουσείο των Αθηνών μαζί με ένα μέρος της συλλογής του σε αρχαίες επιγραφές. Το υπόλοιπο μέρος της συλλογής του με 115 αντικείμενα δωρήθηκαν στο αρχαιολογικό μουσείο του Πειραιά από το γιό του Ιωάννη Μελετόπουλο.

Paul Schulz, Μάιος 1928, Πειραιάς, υδροφόρα στο Πασαλιμάνι μπροστά από το παντοπωλείο του Σαρανταβγά. Αρχείο: Θ. Μεταλληνός.

Ο Ιωάννης Αλεξ. Μελετόπουλος (1903-1980), γεννήθηκε στον Πειραιά, σπούδασε Νομικά, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, και υπήρξε ο άξιος συνεχιστής της επιστημονικής, κοινωνικής και συγγραφικής δραστηριότητας του πατέρα του.
Υπήρξε εκ των ιδρυτών και πρώτος πρόεδρος της Νομισματικής Εταιρείας και Ιδρυτής του Ιστορικού Αρχείου του Πειραιά. Γενικός Γραμματέας της Ιστορικής και Εθνολογικής εταιρίας (1967-1976), έφορος του Εθνικού και Ιστορικού Μουσείου, Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου των Δημοσίων Πειραϊκών Σχολών, Δημοτικός σύμβουλος (1947-1950), και μέλος του Αδελφάτου του Τζανείου Νοσοκομείου. Υπήρξε μέγας δωρητής και ευεργέτης του Δήμου Πειραιά,[4] του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιώς,[5] του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδας[6] του οποίου ήταν επίτιμος πρόεδρος, του Δήμου Μυκόνου[7] – λόγω της καταγωγής από την Μύκονο της συζύγου του Μαρίας το γένος Λορέντζου Καμπάνη, και της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος,[8] επίσης στο Πολεμικό Μουσείο δώρισε τις χάλκινες προτομές του Γρηγορίου του Ε΄, του Ιωαν. Καποδίστρια, κ.α.
Τιμήθηκε με τον χρυσό σταυρό του Γεωργίου του Α’, από την Ακαδημία Αθηνών με αργυρούν μετάλλιον και χρυσό μετάλλιο και ήταν επίτιμος Δημότης του Δήμου της Μυκόνου που ως μέγας ευεργέτης της, μια οδός της φέρει το όνομά του.
Υποσημειώσεις
[1] Αρχιπλοιάρχου Αγγελή Χρ. Κλειώση, «Μητρώα Αξιωματικών κατά τον ιερόν αγώνα επαρχίας Άργους». Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
[2] Δεν γνωρίζω την σχέση του πατέρα Δημήτρη Μελετόπουλου, με τις οικογένειες, με το ίδιο επώνυμο των αγωνιστών του 1821, που είχαν μεγάλη προσφορά και δράση και κατά την διάρκεια του, αλλά και μετά επί εποχής Ι. Καποδίστρια και Όθωνα. Όπως: Α) Η οικογένεια του Αγγελή Μελετόπουλου, οπλαρχηγού και προεστού από την Βοστίτσα (Αίγιο). Ο γιος του, είχε 6 παιδιά, Δημήτριος Μελετόπουλος (1796-1858), ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, οπλαρχηγός το 1821 με πλούσια δράση και μετέπειτα διετέλεσε, Δήμαρχος Αιγίου, Νομάρχης Αττικοβοιωτίας, και Υπουργός Εσωτερικών και Στρατιωτικών. Β) Η οικογένεια του Εμμανουήλ Μελετόπουλου, οπλαρχηγού του 1821, που έγινε το 1837 ο πρώτος Δήμαρχος της Σπάρτης. Γ) Η οικογένεια του Παναγ. Μελετόπουλου, που ήταν Δημαρχιακός Πάρεδρος στο Δήμο Τρικάλων Κορινθίας. Ο Δημητρ. Μελετόπουλος, στις 19/02/1845, στο Άργος, υπογράφει βεβαίωση ως οπλαρχηγός, μαζί με τους Νικηταρά Σταματελόπουλο, Δημ. Τσώκρη, Κανέλλο Δεληγιάννη, Δημ. Πλαπούτα, Α. Παπατσώρη, Π. Μπαρμπιτσιώτη και Α. Νέζο, ότι ο Δημ. Ι. Κλειώσης (1803 -1907) «υπηρέτησε καθ’ όλον τον αγώνα, εις διαφόρους μάχας και πολιορκίας ως αξιωματικός». Αρχιπλοιάρχου Αγγελή Χρ. Κλειώση, «Μητρώα Αξιωματικών κατά τον ιερόν αγώνα επαρχίας Άργους». Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
[3] Πειραικαί αρχαιότητες. Ανέκδοτος επιγραφή. Η Σκευοθήκη του Φίλωνος. Εν Αθήναις 1882. Βρέθηκε η επιγραφή αυτή – όπως ο ίδιος γράφει «εν τω μυχώ του λιμένος της Ζέας, παρά την διασταύρωσιν των οδών Σωτήρος και ανωνύμου, κάτωθεν του εν Μουνιχία θέατρου». Αποτελείτο από 97 στίχους με 54 γράμματα σε καθένα από αυτούς. Υπήρξε μια από τις σπουδαιότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις, όχι μόνο γιατί μας πληροφόρησε πως ήταν κατασκευασμένη η περίφημη «Σκευοθήκη του Φίλωνος» αλλά και γιατί έδωσε παράλληλα την δυνατότητα στους νεότερους να σχηματίσουν μια πληρέστερη ιδέα για τα τεχνικά έργα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Οι διαπρεπέστεροι Έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι έχουν ασχοληθεί με αυτήν.
[4] Δώρισε το αρχείο του και το οικογενειακό αρχείο της οικογένειας Μελετόπουλου το οποίο έγινε η βάση του Ιστορικού Αρχείου του Πειραιά. Χάλκινο ανδριάντα του Θεμιστοκλή, έργο Έλληνα γλύπτη που τοποθετήθηκε στο χώρο που ήταν παλαιά το ρολόι. Χάλκινο άγαλμα του Βενιζέλου, Έλληνα γλύπτη κι αυτό, που τοποθετήθηκε, απέναντι από το Δημοτικό θέατρο. Χάλκινη προτομή του Ανδρέα Μιαούλη, του γλύπτη Δρόση, που είναι μπροστά στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου ήταν άλλοτε η οικεία του Ανδρέα Μιαούλη.
[5] Δώρισε ολόκληρη την συλλογή του από 116 αρχαιολογικά αντικείμενα, προερχόμενα κυρίως από τον Πειραιά.
[6] Δώρισε ελαιογραφίες αγωνιστών του 1821, ομοιώματα 21 πυροβόλων, μετάλλια έγγραφα κ.λ.π.
[7] Δώρισε γήπεδο για κατασκευή υδατοδεξαμενής, ένα κτήμα του στο κέντρο της πόλης, όπου υπάρχει ο ναός των Αγίων Ταξιαρχών, για να γίνει ο Δημοτικός κήπος, ανακαίνισε και στέγασε την Δημοτική βιβλιοθήκη της δωρίζοντας της 10.000 τόμους βιβλίων, συλλογή σπάνιων φωτογραφιών και εγγράφων, καθώς και σπάνια συλλογή αρχαίων νομισμάτων και παλιών σφραγίδων.
[8] Αγάλματα και προτομές των ηρώων του 1821 κειμήλια και ενθύμια των αγώνων του Έθνους, έγγραφα, βιβλία, κ.α.
Πηγές
  • Αρχιπλοιάρχου Αγγελή Χρ. Κλειώση, «Μητρώα Αξιωματικών κατά τον ιερόν αγώνα επαρχίας Άργους», Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
  • Εφημερίδα το «ΒΗΜΑ», Νέες Εποχές, 14/9/2020, «Θεόδωρος Ρετσίνας, από πατέρας των εργατών, πατέρας του Έθνους», του ιστορικού Ι. Γιαννιτσιώτη.
  • Βασίλης Παν. Κουτουζής, δημοσιογράφος – ερευνητής, «Οικογένεια Μελετόπουλου», 28/04/2011.