Ο ένας εκ των δύο αστυνομικών που κατηγορείται για τον θάνατο του Θοδωρή ζητά να αποφυλακιστεί
Το επόμενο κεφάλαιο μιας από τις πιο πολύκροτες υποθέσεις που απασχόλησαν τα τελευταία χρόνια την Αργολίδα γράφεται πλέον στις αίθουσες της Δικαιοσύνης. Η υπόθεση του 20χρονου Θοδωρή, που έχασε τη ζωή του έπειτα από τον πυροβολισμό που δέχθηκε στο κεφάλι κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης στο Άργος, επιστρέφει στο προσκήνιο μέσα από μία νέα νομική πρωτοβουλία της υπεράσπισης του αστυνομικού Θ.Π., ο οποίος παραμένει σε προσωρινή κράτηση μαζί με τον συνάδελφό του.
Ο συνήγορος υπεράσπισης κατέθεσε αίτημα με το οποίο ζητά την αντικατάσταση της προφυλάκισης με περιοριστικούς όρους, υποστηρίζοντας ότι η συνέχιση της κράτησης του εντολέα του στερείται νόμιμης βάσης. Στο πολυσέλιδο υπόμνημά του αναπτύσσει ένα διαφορετικό νομικό αφήγημα για την υπόθεση, επιμένοντας ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως ιδιώτης, αλλά κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, στοιχείο που – όπως υποστηρίζει – δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά την αξιολόγηση της υπόθεσης.
Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η προφυλάκιση αστυνομικού που επιχειρεί στο πλαίσιο των εντολών της υπηρεσίας του μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο υπό εξαιρετικά αυστηρές προϋποθέσεις και όταν αποδεικνύεται ότι έχει ενεργήσει εκτός του θεσμικού πλαισίου των καθηκόντων του.
Σύμφωνα με τον δικηγόρο, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει στην περίπτωση του πελάτη του, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζει την προσωρινή κράτησή του «σφοδρά παράνομη», κάνοντας λόγο για αδικαιολόγητη στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας.
Στο αίτημα γίνεται εκτενής επίκληση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων τα άρθρα 239, 234, 178 και 6, με την υπεράσπιση να υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες προβλέψεις δεν ελήφθησαν υπόψη κατά την κρίση που οδήγησε στην προφυλάκιση. Κατά την άποψή της, η εφαρμογή τους θα οδηγούσε σε διαφορετική αντιμετώπιση του κατηγορούμενου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον διαχωρισμό που επιχειρεί ο συνήγορος ανάμεσα στην ευθύνη ενός ιδιώτη και σε εκείνη ενός αστυνομικού που ενεργεί κατά τη διάρκεια υπηρεσιακής αποστολής. Όπως επισημαίνει, εάν ο εντολέας του είχε προκαλέσει το ίδιο αποτέλεσμα εκτός υπηρεσίας, θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες που προβλέπει ο νόμος.
Υποστηρίζει όμως ότι στην παρούσα περίπτωση το γεγονός πως η πράξη αποδίδεται σε ενέργεια που τελέστηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική αξιολόγηση της υπόθεσης. Παράλληλα, εκφράζει την άποψη ότι η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει τους λειτουργούς της όταν αυτοί ενεργούν στο πλαίσιο της αποστολής τους και όχι να τους οδηγεί, όπως αναφέρει, σε δημόσια απαξίωση και προφυλάκιση χωρίς επαρκή νομική θεμελίωση.
Το αίτημα θα εξεταστεί πλέον από το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο καλείται να αποφασίσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε η προσωρινή κράτηση να αντικατασταθεί με περιοριστικούς όρους ή αν ο κατηγορούμενος θα παραμείνει κρατούμενος μέχρι την περαιτέρω εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη προσθέτει ακόμη έναν κρίσιμο σταθμό σε μια υπόθεση που συνεχίζει να προκαλεί έντονες αντιδράσεις και να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, τόσο της τοπικής κοινωνίας όσο και της κοινής γνώμης σε ολόκληρη τη χώρα.