Το κάστρο της Ακροναυπλίας και η ιστορία του

Η ύπαρξη του πρώτου οργανωμένου οικισμού στην Ακροναυπλία

μαρτυρείται τουλάχιστον από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ., οπότε χρονολογείται και η πρώτη φάση της οχύρωσής του από πολυγωνικούς κατεργασμένους λίθους, που σώζονται μέχρι σήμερα και αποτελούν τη βάση των οψιμότερων τειχών.

Τα τείχη περιέβαλλαν τον βράχο όπου οι απόκρημνοι βράχοι της χερσονήσου δεν προστάτευαν την ακρόπολη. Τον 7ο αι. π.Χ. το Ναύπλιο κατακτήθηκε από το γειτονικό Άργος και αποτέλεσε ναύσταθμο και επίνειο του τελευταίου. Όταν το Άργος παρήκμασε, ως συνέπεια της κατάκτησης της Πελοποννήσου από τους Ρωμαίους, η Ναυπλία έπεσε σε αφάνεια σε τέτοιο βαθμό, που ο Παυσανίας, τον 2ο αι. μ.Χ. στις περιηγήσεις του στην Αργολίδα, τη βρίσκει έρημη, ενώ αναφέρει την ύπαρξη ιερού του Ποσειδώνα στην κορυφή της χερσονήσου.

Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή εποχή (4ος-αρχές 13ου αι.)

Στη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, η κατοίκηση στο Κάστρο της Ακροναυπλίας αποδεικνύεται από παλαιοχριστιανικά αρχιτεκτονικά μέλη και νομίσματα. Στη μεσοβυζαντινή περίοδο ανάγονται οι ανατολικές οχυρώσεις και οι δύο ναοί εντός του κάστρου, του Αγίου Ανδρέα και των Αγίων Θεοδώρων.

Φραγκοκρατία (1210/12-1389)

Η καστροπολιτεία, κατά τη περίοδο αυτή, τελεί κάτω από την κυριαρχία των De la Roche, De Brienne και D’ Enghien. Μετά την κατάληψη του κάστρου από τον Σταυροφόρο Βιλλαρδουίνο, η Ακροναυπλία χωρίζεται σε δύο τμήματα με διατείχισμα. Το τέλος της Φραγκοκρατίας επέρχεται το 1389, όταν η Μαρία d’Enghien, μπροστά στον κίνδυνο της τουρκικής απειλής και της πίεσης από τον Φλωρεντινό άρχοντα της Κορίνθου Nerio Acciaiuoli, παραχωρεί το Ναύπλιο στους Βενετούς.

Α΄ Βενετοκρατία (1389-1540)

Μετά την κατάληψη του Άργους (1463) και της Χαλκίδας (1470) από τους Τούρκους, οι Βενετοί στέλνουν στο Ναύπλιο, ως αρμοστή (podestà) τον Vittore Pasqualigo, συνοδευόμενο από τον αρχιτέκτονα Antonio Gambello. Οι τελευταίοι προχωρούν στην εκτέλεση μιας σειράς οχυρωματικών έργων και υποδομών, που άλλαξαν την εικόνα της Ακροναυπλίας. Τα οχυρωματικά έργα προσαρμόζονται πλέον στα πυροβόλα όπλα. Αρχικά οχυρώνεται το ανατολικό τμήμα της Ακροναυπλίας με τη δημιουργία του Κάστρου των Τόρων, ενώ παράλληλα αναδιαμορφώνεται το ανατολικό τείχος, με την προσθήκη σκάρπας- αντηρίδων, τη σφράγιση της Πύλης και την κατασκευή νέας εισόδου στο νότιο άκρο. Αργότερα, στο μέσο του φράγκικου κάστρου, υψώνεται η Traversa Gambello, οχυρωματικό συγκρότημα από προμαχώνες και πύλες.

Η πόλη επεκτείνεται προς βορρά, εις βάρος της θάλασσας, με την τεχνική των προσχώσεων και θεμελιώσεων σε ξύλινους πασσάλους και δημιουργείται η Κάτω πόλη. Η τελευταία ενισχύθηκε από την πλευρά της θάλασσας με τείχη και από την πλευρά της ξηράς, κατασκευάστηκε η “Πύλη της Ξηράς” (Porta di Terraferma). Στην Κάτω πόλη μεταφέρθηκε το διοικητικό κέντρο. Ακόμη, η είσοδος του λιμανιού διασφαλίστηκε με την οχύρωση της βραχονησίδας Μπούρτζι.

Α΄ Τουρκοκρατία (1540-1686)

Το Ναύπλιο αποτέλεσε έδρα του Τούρκου διοικητή της Πελοποννήσου. Μνημείο της εποχής είναι το τζαμί στα ανατολικά της Πλατείας Συντάγματος, όπου σήμερα στεγάζεται το θέατρο «Τριανόν». Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί, που επισκέφθηκε την πόλη το 1668, αναφέρει ότι στο Κάστρο της Ακροναυπλίας υπήρχαν πολλά σπίτια και ένα μεγάλο τζαμί, το Φετχιέ, το οποίο ήταν αρχικά χριστιανικός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Ανδρέα, στην κορυφή του λόφου. Στην Κάτω πόλη ήταν συγκεντρωμένες πολυώροφες κατοικίες, με σαχνισιά, καφασωτά ανοίγματα κλπ. Την περίοδο αυτή μπορούν να χρονολογηθούν μεμονωμένες οχυρωματικές επεμβάσεις επισκευών στην Ακροναυπλία.

Β΄ Βενετοκρατία (1686-1715)

Η περίοδος, παρότι βραχύβια, υπήρξε πολύ σημαντική για την πόλη. Το Ναύπλιο, ως Napoli di Romania, γίνεται πρωτεύουσα του βασιλείου του Μορέως (Regno di Morea) και οι Βενετοί προχωρούν με εντατικούς ρυθμούς στην οχύρωση του βράχου του Παλαμηδίου, υψώνοντας το φρουριακό συγκρότημα που βλέπουμε σήμερα, έργο που αποτελεί επίτευγμα στην ιστορία της οχυρωματικής. Η οχύρωση του Παλαμηδίου είχε ως αποτέλεσμα να υποβαθμιστεί το Κάστρο της Ακροναυπλίας, το οποίο με διάταγμα των Βενετών, από το 1686 προορίζεται μόνο για στρατιωτική χρήση.

Το ανατολικό τμήμα του Κάστρου της Ακροναυπλίας και η Πύλη της Ξηράς της Κάτω πόλης ενισχύθηκαν με τη δημιουργία νέου προμαχώνα, που πήρε το όνομα του Γενικού προβλεπτή Πελοποννήσου Grimani (1706). Ο ίδιος προβλεπτής έδωσε το όνομά του και σε κτήριο για τη στέγαση των στρατιωτών, που ανεγέρθηκε το 1706, στον χώρο του σημερινού ξενοδοχειακού συγκροτήματος “Nafplia Palace”, (Στρατώνες Grimani).

Το ίδιο έτος κατασκευάστηκε και η πυριτιδαποθήκη δυτικά του διατειχίσματος. Το 1713, ο Γενικός Προβλεπτής Agostino Sagredo, κατασκευάζει την Πύλη του Σαγρέδου, στο βόρειο τείχος του Ρωμέϊκου κάστρου. Το 1713 ανεγείρεται στην πλατεία Συντάγματος η Αποθήκη του Στόλου, το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Νεώτεροι χρόνοι

Η άλωση του Παλαμηδιού, στα τέλη του 1822, από τον στρατό του Κολοκοτρώνη επέφερε την απελευθέρωση του Ναυπλίου από τους Τούρκους. Η πόλη ορίζεται το 1827, ως πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Το 1828 αποβιβάζεται στο Ναύπλιο ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας.

Στο Κάστρο της Ακροναυπλίας, ο Στρατώνας Grimani, ο οποίος βρισκόταν σε ερειπιώδη κατάσταση, ανοικοδομείται και μένει γνωστός ως Στρατώνας Καποδίστρια, για να μετατραπεί αργότερα σε φυλακές. Παράλληλα, πραγματοποιείται εκκαθάριση των φρουρίων της Ακροναυπλίας από τους σωρούς των ερειπίων.

Oι διεσπαρμένοι οικίσκοι επισκευάζονται για τη στέγαση της φρουράς, ενώ την ίδια εποχή δίπλα στο ανατολικό τείχος ανεγείρεται το πρώτο Στρατιωτικό Νοσοκομείο και ο ναΐσκος των Αγίων Αναργύρων.

Στα μεταπολεμικά χρόνια 1950-1975, το Κάστρο της Ακροναυπλίας αποτέλεσε το επίκεντρο έντονης τουριστικής ανάπτυξης, με την ανέγερση δύο συγκροτημάτων ξενοδοχειακών μονάδων, του Ξενία στα δυτικά της χερσονήσου (1961) και του Ξενία Παλλάς, στα ΒΑ (1971).

Πηγή: argolisculture.gr