Φόρτωσε τον πεθαμένο στην… «κλούβα» και τον έφερε! – Συνέβη στο Άργος


Πριν αρκετά χρόνια, τότε που ο Θ.Π., ο επιτυχημένος, πλέον, Αργείος επιχειρηματίας στον χώρο του αυτοκινήτου, έκανε τα πρώτα του βήματα στην αγορά, προχωρούσε με αργά αλλά σταθερά βήματα: Πουλάω ένα, αγοράζω άλλο.
Έτσι, καθώς πούλησε την πρώτη «κλούβα» (σ.σ. van), έκλεισε συμφωνία να φέρει άλλη από μια μάντρα στην Ελευσίνα. Γι’ αυτή τη δουλειά είχε τον Παναγιώτη, έμπιστο και κατά κάποιον τρόπο «δεξί του χέρι». Πήρε, λοιπόν, ο Παναγιώτης το λεωφορείο του ΚΤΕΛ από το Άργος και κίνησε να φέρει την κλούβα.
Στη διαδρομή προς Αθήνα έβλεπε τον διπλανό του βουρκωμένο, να προσπαθεί με δυσκολία να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Πήρε το θάρρος και τον ρώτησε τι καημός τον βασάνιζε.
– Πέθανε ο πατέρας μου στον «Ευαγγελισμό» και σαν να μην έφτανε αυτό, πρέπει να πληρώσω ένα σκασμό λεφτά, που δεν τα έχω, για να πάει η νεκροφόρα να τον φέρει από την Αθήνα στο Άργος. Η εκτός νομού μετακίνηση είναι πανάκριβη.
Το σκέφτηκε ο Παναγιώτης, το ξανασκέφτηκε, το δούλεψε καλά στο μυαλό του και τον καθησύχασε:
– Μη στεναχωριέσαι και θα σε βολέψω.
Στην Ελευσίνα κατέβηκαν μαζί και πήγαν στη μάντρα όπου τους περίμενε η «κλούβα». Αφού σκέπασαν το πάτωμα με σκληρά χαρτόνια για να το προστατέψουν από τυχόν γδαρσίματα, κίνησαν για τον «Ευαγγελισμό», όπου και φόρτωσαν το νεκρό. Δίπλα στον Παναγιώτη κάθισαν ο γιός του μακαρίτη και η νύφη του, που τον συντρόφευε στο νοσοκομείο.
Στου Μπούρλου τα χάνια, στα Δερβενάκια, είχε ειδοποιηθεί και τους περίμενε η νεκροφόρα. Όλα ολοκληρώθηκαν με τον καλύτερο τρόπο.
Την επομένη, ήρθε ο αγοραστής της «κλούβας», κάποιος από το Κρανίδι και ο Παναγιώτης του την παρουσίασε, δείχνοντάς του, κατ’ αρχάς, τον αποθηκευτικό της χώρο, πίσω:
– Κοίτα, την παίρνεις… παρθένα! Ούτε γρατζουνιά!
Πήρε το αμάξι ο Κρανιδιώτης, πήγε στην ευχή της Παναγιάς και λίγο καιρό μετά κέρδισε το λαχείο! Πολλά λεφτά!!
Κάποια στιγμή, λοιπόν, που βρέθηκε στο Άργος πέρασε κι από τους ανθρώπους που του πούλησαν την «κλούβα» να τους πάει κεράσματα. Πάνω στην κουβέντα, ο Παναγιώτης του ανοίχτηκε:
Ξέρεις, η «κλούβα» που σου πουλήσαμε δεν ήταν ακριβώς παρθένα. Είχε μεταφέρει και έναν πεθαμένο…
– Τι λες ρε; αναφώνησε ο Κρανιδιώτης με φρίκη.
Μη μιλάς και ο μακαρίτης σου έφερε γούρι. Δεν είδες που κέρδισες το λαχείο; Τυχαίο ήτανε, λες;
Λέτε;
Γιώργος Ν. Μουσταΐρας